Το φάσμα των καταστάσεων στις οποίες μπορούν να τοποθετηθούν εμφυτεύματα είναι:
- Η έλλειψη ενός δοντιού. Το εμφύτευμα αντικαθιστά το χαμένο δόντι, χωρίς να τροχιστούν τα γειτονικά, όπως θα συνέβαινε με την κατασκευή μιας γέφυρας.
- Η έλλειψη περισσότερων δοντιών. Αν το κενό είναι μικρό, τότε ο αριθμός των εμφυτευμάτων ισούται με τον αριθμό των δοντιών που λείπουν (π.χ. δύο εμφυτεύματα για δύο δόντια). Αν το κενό είναι μεγάλο, τοποθετούνται εμφυτεύματα ως στήριγμα μιας γέφυρας. Σε αυτή την περίπτωση ο αριθμός των εμφυτευμάτων είναι μικρότερος από αυτόν των προς αντικατάστασης δοντιών (π.χ. τρία εμφυτεύματα – στηρίγματα για μια γέφυρα πέντε δοντιών).
- Η έλλειψη οπίσθιων δοντιών. Αν τα πίσω δόντια απουσιάζουν, δεν είναι δυνατή η κατασκευή μιας γέφυρας. Ως μόνη λύση φαίνεται η τεχνητή οδοντοστοιχία, η οποία στηριζόμενη στα υπάρχοντα δόντια αλλά και στον στοματικό βλεννογόνο, αντικαθιστά τα δόντια που λείπουν. Αντίθετα, τοποθετώντας εμφυτεύματα στα πίσω δόντια, αποφεύγεται η τεχνητή οδοντοστοιχία, εφόσον μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται επαρκής στήριξη για ακίνητες αποκαταστάσεις (π.χ. μεμονωμένες θήκες ή γέφυρες επί των εμφυτευμάτων).
Η έλλειψη όλων των δοντιών. Τα εμφυτεύματα δίνουν λύση στους ασθενείς που φορούν μια κινητή ολική οδοντοστοιχία και νιώθουν ότι χάνουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της ζωής τους. Ωστόσο, και εκεί που η τεχνητή οδοντοστοιχία είναι αποδεκτή, αλλά οι ανατομικές συνθήκες δεν το επιτρέπουν (π.χ. ατροφικό οστό γνάθου που δεν στηρίζει την οδοντοστοιχία, άρα δεν εξασφαλίζει τη σταθερότητά της), τα εμφυτεύματα βελτιώνουν τη συγκράτηση της τεχνητής οδοντοστοιχίας. Εφόσον το σχέδιο θεραπείας περιλαμβάνει ακίνητες προσθετικές εργασίες (γέφυρες), τοποθετούνται κατά κανόνα 8 εμφυτεύματα στην άνω γνάθο και 7 στην κάτω. Αντιθέτως, στην περίπτωση μιας αφαιρούμενης οδοντοστοιχίας, ο αριθμός των αναγκαίων εμφυτευμάτων περιορίζεται στα 2 – 4.
